Τετάρτη

είναι μια μέρα άκυρη

είναι το χαμηλών λιπαρών τυρί μέσα στο τοστ που βαρέθηκα να τρώω

έχει χρώμα κιτρινί

δεν έχει αγαπημένο λουλούδι

δεν έχει εμπνεύσει ποτέ κανένα ποιητή

είναι το ξεχειλωμένο βρακί που δεν το φοράς αλλά ούτε και το πετάς

είναι η αδιάφορη ταχύτητα στο αυτοκίνητο

και στην ανηφόρα άχρηστη είναι

στην κατηφόρα σε στέλνει στον γκρεμό

είναι όσπριο παραβρασμένο

είναι το ξεπερασμένο εμπόρευμα που δεν το αγοράζει κανείς

είναι γύπας καραδοκεί

είναι ένας ερασιτέχνης χάκερ

είναι κουφή εκ πεποιθήσεως

είναι ταινία χαμηλού budget

δεν είναι ούτε μια ζαριά καλή

είναι το πιο βαρύ καταθλιπτικό χάπι ποτισμένο στα εισιτήρια του μετρό

είναι η ‘’ακόμα Τετάρτη είναι’’;

είναι τα γαστρικά υγρά και η σπαστική κολίτιδα

δεν φεύγεις ποτέ με άδεια

αν γράψεις Τετάρτη στο γούγλη θα βγει η ασλανίδου και θα κάνει αναμετάδοση καιρού

ζυγίζει 150 τόνους σε υποχρεώνει να την κουβαλάς γιατί βαριέται να περπατήσει

έχει μαύρους κύκλους μόνιμα κουρασμένη

δεν την ξενυχτάς

είναι τα 3 Λ,  λύπη, λείπει, λίπη

είναι το ‘’ΠΑΡΑ’’ που όσο παλεύει να ολοκληρώσει δεν θα τα καταφέρει ποτέ.

βάζω . γιατί είναι Τετάρτη

 

ΦΤΟΥ ΣΟΥ ΤΕΤΑΡΤΗ

 

 

*είναι εφτά γράμματα και το εφτά είναι ο αγαπημένος μου αριθμός!

ή/και

και έρχεται η βροχή

να σου θυμίσει

-ότι όσο κι αν προσπαθείς

να στοιβάξεις αυτά τα μικρά

επιφω|νήματα ψυχής

μέσα σε τετράγωνα κουτάκια

καλύπτοντας τα με κοχύλια

που μάζεψες ευλαβικά

από θάλασσα που αγάπησες-

ότι είναι χρήσιμο να συντονιστεί

η εκπνοή σου με το ρυθμό της

και αυτά σαν αιωρούμενα σωματίδια

να ανθίσουν ουράνια τόξα.

 

ή/και

 

το σύννεφο

καταμεσής καλοκαιριού

μοντάρει το φθινόπωρο

και μας δείχνει τα προσεχώς του.

 

 

 

*υπόσχεση: δεν θα ξεπλύνω το αλάτι από το αυτοκίνητο για το υπόλοιπο του καλοκαιριού

δεν

Θεραπευονται οι
Λεξεις οταν ψαχνοντας
Ιχνη
Ψυχης αφηνονται σε μια
Ηττα

απο παντα

20140711-230208.jpg

*η σταση

στη γειτονιά μου είκοσι μέτρα πιο κάτω πέρναγα για χρόνια την έβλεπα και έλεγα κάποια στιγμή να σταματήσω να τη φωτογραφίσω – χωρίς πρέπει ανάμεσα – όποτε εκείνη μου κάνει νεύμα. δεν είχα δει ποτέ άνθρωπο να στέκεται να περιμένει. σήμερα νοητά έστειλε μήνυμα να σταθώ απέναντι της, να καθρεφτιστώ.

‘όλα είναι κύκλος’ έδειξε το είδωλο.

ο κύκλος εIναι ‘η αγκαλιά’ έτσι εγώ τον μεταφράζω και όσοι προσπάθησαν να τον τετραγωνοποιήσουν θαρρώ πνίγηκαν, γιατί αυτή είναι η εκδίκηση του, όταν αρνείσαι

-τη ζεστασιά του, κουρνιάζοντας στις πλευρές του εμβρυακά αναζητώντας τη μάνα, το σύντροφο, το φίλο

-τη φορά του –αριστερή- γιατί εκεί χτυπά η καρδιά (άκου)

-την ταχύτητα του και τα τζι της αδρεναλίνης των συναισθημάτων του όταν μπαίνει σε τροχιά κύκλου αλλουνού

-το νόημα του, να στροβιλίσουμε την ψυχή μας να την ταΐσουμε με χάδια να της μιλήσουμε να τη ζαλίσουμε να την προτρέψουμε για τη μάχη, να την αποτρέψουμε από τη φυγή, να την ξεγελάσουμε κλείνοντας της το μάτι…

 

εμείς ορίζουμε το μέγεθος και τη διάρκεια του, μέχρι να φτιάξουμε τον επόμενο με διαφορετική συνταγή.

περιμένει καρτερικά με τα συστατικά που επιλέγουμε να τον τροφοδοτήσουμε

για να ορίσει την πορεία μας και

έπειτα κοιτάζοντας τον από μακριά

να μας ΘΑΥΜΑΣΟΥΜΕ.

*ακυρο

το ακυρωσα για να νιωσεις καλυτερα εσυ και να αρρωστησουμε οι υπολοιποι.

ευκολο ηταν πηρα ενα τηλεφωνο ειπα

δεν ερχομαι

δε θα φτασω ποτε

πιο απλο και απο το σιδερο που περιμενεις πρωτα να καψει παιρνεις το υφασμα και

ακυρωνεις καθε χαρακια του

*ερωτηση: οι μπαλες του μπιλιαρδου οταν πεφτουν κατω σπανε;

*συμφωνια

Δεν ήμουνα ποτέ παιδί σαν τ’ άλλα ποτέ δεν είχα δεί με το δικό τους βλέμμα. Τα πάθη μου – ένα υπόγειο ρέμα κι οι θλίψεις μου απο πηγές μονάχες. Τραγούδησα χαρές που μόν(η) είχα ζήσει κι αγάπησα ό,τι δεν είχαν αγαπήσει. Παιδί ακόμα – στην αυγή της θύελλας – είχε φανεί απ’ του καλού και του κακού τα βάθη  το μυστικό μου, που κανείς δεν είχε μάθει… και η αντάρα,  που στα μάτια τα δικά μου πάνω στον καταγάλανο ουρανό υψώθηκε σαν δαίμονας μπροστά μου.

                              Edgar Allan Poe

«αντι-Παρακμιακα»

Που ΔΕΝ παρουσιαζει σημεια παρακμης, αποσυνθεσης, που ΔΕΝ χαρακτηριζεται από παρηκμασμενο τροπο ζωης, επιλογες που ΔΕΝ είναι σε διαδρομη φθορας, που ενδιαφερεται για το μελλον.

εχω κανει συμφωνια μου εδωσε αγωγη να την εκτελω καθημερινα γιατι τον ειχα πρηξει που τον λερωνα τελευταια με μπουρμπουληθρες ανακατεμενες με μασκαρα και ειχα ξεχασει ότι τις τρεις τελευταιες φορες τον επλενα με το ιδιο πρασινο υγρο, του πεταγα κατι τενοντες που δε μπορουσα να με χωνεψω και ελεγα με το μυαλο μου τι αυτος μια χαρα θα τους διαμελίσει, οποτε μου ζητησε πολυ ευγενικα να μην το ξανακανω και να πηγαινω το πρωι στο γραφειο ακολουθωντας την ακτογραμμη να φωτογραφιζω τα οποια μποφορ της και να του μεταφερω την εικονα λικνιζοντας αναλογως το κορμι μου την ωρα που πλενω τα αγαπημενα του σκευη.

και λειτουργησε γιατι οι αναγκες μου μεγαλωσαν και παω και στο σουρουπο να δω τα χρωματα που ανακατευονται καθως με περιμενουν επειτα από εξουθενωτικες προβες, γιατι για φανταστειτε τι θα ηταν oλα αυτα αν δεν υπηρχαν τα ματια να τα κοιταζουν;

 

* με τις δυο ροδες σου τρεις δρομους πιο κατω, μπορεις .

*τα μεσα εξω τα πανω κατω*

κι αν τον αναποδογυριζα; αν μπορουσα;
θα επεφταν:
ξυραφια απο συρταρια με πριονιδι που εχωσα τα χερια μου ψαχνοντας την περιεργεια μου
παιδικη αφελεια πλεγμενη με ξανθη μπουκλα
τρεχαλητο φοβου σχολειου βραδυ χειμωνα
σκαλες κουτρουβαλώντας τες αναποδα κρατωντας ψωμι με μαρμελαδα
ενας παππους
αρμαθια κλειδια
υγρα χιλιομετρα
παντα τελευταια
αναζητωντας ασφαλεια ενα δαχτυλο μασημενο
σελοτέιπ
ενας ακαλυπτος για σπιτι
ενα πουκαμισο ροκαμπιλενιο χρωματος πουθενατζι
ενα εφφε απο τα βιζουαλ τα καλα
βαμμενα κοκκινα μαλλια
οδοιπορικο φορωντας πυζαμες με τη σ.
αμοργος
ενα κ. και ατελειωτες ωρες παραλυσης
μια λολα τα καιει ολα βαζει παντου φωτια χειλια σαν φλογοβολα
ενας πριγκηπας απο π.
ενα ε και ενα υ ισον ευαλωτη στο γελιο τους στο κλαμα τους
μια ‘παρρησια’ το παραθυρο μου στην αναγκη μου να ουρλιαξω τις λεξεις μου
μια μανα που εγινα η μανα της
όλα τα παραπανω σε στερεα μορφη ανακατεμενα με υγρα ψυχαναγκασμου υπομονης επιμονης λατρειας φευγιου σιωπης στιγμες και λεξεις που δεν εχουν ειπωθει σχηματιστει ακομη γιατι ο φοβος μπαστακωθηκε στο διαστιχο και εμποδιζει.

Το νεροχυτερας {μου}

ουτε κοριαν ή ινοξ , λευκος μαρμαρενιος ανθεκτικος του μιλω και δεν ανθιζει οπως ο σπορος φυτεμενος στο χωμα ετοιμος να γεννηθει πολυχρωμος, τον ποτιζω με υδροχλωρικο οξυ ξυδι αμμωνια σοδα για να τον πονεσω οπως πονουν οι αμετρητες ωρες χαϊδευοντας τον με τα σφουγγαρια χερια μου για να ανθισει με ρωγμες μαυρες χαρακιες ρυτιδες συνορα ορια και ετσι γοητευτικος που απλωνεται θελω να με ρουφηξει να με καταπιει ολοκληρη να με συντριψει να με ξεβρασει αλλα ποτε δε μου κανει τη χαρη με θελει δουλικο να τον υπηρετω να τον σαπουνιζω να χωραω στις πτυχωσεις του να διαβαζει καθε εκατοστο του μυαλου μου να μου θυμιζει τη μανα μου και τα αιματα στα χερια της που κοβοταν καθε φορα που καθαριζε λαχανικα και ελεγε παντα ‘’κατα λαθος’’ και ανακουφιζοταν με το οινοπνευμα το μπλε που πολύ αργοτερα καταλαβα γιατι.