ουτε κοριαν ή ινοξ , λευκος μαρμαρενιος ανθεκτικος του μιλω και δεν ανθιζει οπως ο σπορος φυτεμενος στο χωμα ετοιμος να γεννηθει πολυχρωμος, τον ποτιζω με υδροχλωρικο οξυ ξυδι αμμωνια σοδα για να τον πονεσω οπως πονουν οι αμετρητες ωρες χαϊδευοντας τον με τα σφουγγαρια χερια μου για να ανθισει με ρωγμες μαυρες χαρακιες ρυτιδες συνορα ορια και ετσι γοητευτικος που απλωνεται θελω να με ρουφηξει να με καταπιει ολοκληρη να με συντριψει να με ξεβρασει αλλα ποτε δε μου κανει τη χαρη με θελει δουλικο να τον υπηρετω να τον σαπουνιζω να χωραω στις πτυχωσεις του να διαβαζει καθε εκατοστο του μυαλου μου να μου θυμιζει τη μανα μου και τα αιματα στα χερια της που κοβοταν καθε φορα που καθαριζε λαχανικα και ελεγε παντα ‘’κατα λαθος’’ και ανακουφιζοταν με το οινοπνευμα το μπλε που πολύ αργοτερα καταλαβα γιατι.

Σχολιάστε