κι αν τον αναποδογυριζα; αν μπορουσα;
θα επεφταν:
ξυραφια απο συρταρια με πριονιδι που εχωσα τα χερια μου ψαχνοντας την περιεργεια μου
παιδικη αφελεια πλεγμενη με ξανθη μπουκλα
τρεχαλητο φοβου σχολειου βραδυ χειμωνα
σκαλες κουτρουβαλώντας τες αναποδα κρατωντας ψωμι με μαρμελαδα
ενας παππους
αρμαθια κλειδια
υγρα χιλιομετρα
παντα τελευταια
αναζητωντας ασφαλεια ενα δαχτυλο μασημενο
σελοτέιπ
ενας ακαλυπτος για σπιτι
ενα πουκαμισο ροκαμπιλενιο χρωματος πουθενατζι
ενα εφφε απο τα βιζουαλ τα καλα
βαμμενα κοκκινα μαλλια
οδοιπορικο φορωντας πυζαμες με τη σ.
αμοργος
ενα κ. και ατελειωτες ωρες παραλυσης
μια λολα τα καιει ολα βαζει παντου φωτια χειλια σαν φλογοβολα
ενας πριγκηπας απο π.
ενα ε και ενα υ ισον ευαλωτη στο γελιο τους στο κλαμα τους
μια ‘παρρησια’ το παραθυρο μου στην αναγκη μου να ουρλιαξω τις λεξεις μου
μια μανα που εγινα η μανα της
όλα τα παραπανω σε στερεα μορφη ανακατεμενα με υγρα ψυχαναγκασμου υπομονης επιμονης λατρειας φευγιου σιωπης στιγμες και λεξεις που δεν εχουν ειπωθει σχηματιστει ακομη γιατι ο φοβος μπαστακωθηκε στο διαστιχο και εμποδιζει.
Είσαι τρομερή και το κείμενο ειναι καταπληκτικό
Μου αρέσει!Μου αρέσει!