[στοπ καρέ του καλοκαιριού που μας χρωστάνε]

*θερινά στιγμιότυπα που ταλανίζουν μια οργασμική έκτη αίσθηση
παράδοσης και αντίστασης μαζί.

σνιφάρισμα μυρωδιάς αντιηλιακού & αλμύρας
ήχοι κυμάτων & παφλασμών, ηλιοκαμμένα βλέμματα στάζουν επιθυμία
οριζοντιωμένα κορμιά με το αυτί να ακουμπά βότσαλα,ψάχνοντας παλιές θαμμένες ιστορίες
πατήματα πάνω σε πυρωμένη άμμο σαν άλλοι αναστενάρηδες που αναπηδούν στις φλόγες
χιλιάδες κόκκοι κολλημένοι απ´την κορφή μεχρι τα νύχια κάνουν το σώμα ψηφιδωτό
άρμεγμα αρμύρας με τα χείλια απ´ολο το κορμί μεχρι να το αφαλατώσεις
χειμερινά καταπιεσμένα ένστικτα,ψάχνουν να βγουν στην επιφάνεια της θάλασσας
στερημένα καμπίσια βλέμματα που δεν χορταίνουν γαλάζιο
έξαψη αισθήσεων,καύλες ανείπωτες, καταγεγραμμένες πάνω σε μια ξαπλώστρα
βαμβακερά πανιά στραγγίζουν τον ιδρώτα της επιθυμίας
ξέπλεκα μαλλιά που κουρνιάζουν μέσα τους ανταύγειες του ήλιου
στήθη γεμάτα στεναγμούς & κόμπους που συγκρατούνται σε τρίγωνα μαγιό
απελευθερωμένα καπούλια σαν σφαίρες φαντασίας συγκρατημένα σε μπραζίλιαν μπότομς
γυμνά κορμιά που μαγαρίζονται από το φώς του ήλιου με πανάδες-έργα τέχνης
ακαταμάχητοι βουνίσιοι πόθοι για απλωτές στο κύμα & για βουτιές ναυάγια σε φόντο μπλε
πόθοι που φύτρωσαν στην άμμο
αχαρτογράφητοι κολπίσκοι & ανεξερεύνητοι γυναικείοι κόλποι σαλπίζουν σαν απαγορευμένες ζώνες
καψωμένα κορμιά υπακούοντας στο νόμο της τριβής, μάχονται σαν φυσικό τσακμάκι να αρπάξουν φωτιά
λιοπύρια κάτω από φτέρες & ακίδες ηλίου να γδέρνουν τη γύμνια που κείτεται στην άμμο
μποφόρ απελπισίας που λύνουν & αφήνουν μαλλιά & μυαλά ανάκατα
κοινωνικός τουρισμός αντάμα με την διακοπεύουσα Πλουτοκρατία σε μια πάλη ταξική της πρώτης ξαπλώστρας
νωχελικοί τουρίστες με κολάζ φακίδας, παραδομένοι στην πρώτη γουλιά μπύρας
ασπρουλιάρικα κορμιά ηλιοθεραπεύονται σε χαμηλή φωτιά
μπρούμυτα αιδοία που μεταγγίζουν κάψες στην άμμο
εύπεπτοι συγγραφείς με ιστορίες ρετρό αγάπης που κρατάει για πάντα
δάχτυλα που αλατίζουν τις ανέραστες παρόλες τους αλλάζοντας σελίδα
———————–
και ενα έκτακτο δελτίο επικαιρότητας εν μέσω θερισμού να προμηνύει φωτιές στα πατζάκια μας
ραστώνη που διεκόπη από τηλεοπτικές κραυγές τρομοκρατίας
στέρεο τζιτζίκια..θερινοί αναμεταδότες της κάλμας που άργησε ένα μνημόνιο
ελπίδα που δεν άντεξε και αυτοκτόνησε ένα λιόγερμα απ’το διασυρμό
μεγάλα λόγια που έλιωσαν πιο γρήγορα και από γρανίτα
μια σφιχτή ευρωπαϊκή αγκαλιά που μέσα της αχνίζε καύσωνας διχόνοιας
ένα καλοκαίρι που πνίγηκε απ´την παλινδρόμηση των όχι που έκαναν γαργάρα
θερινά ηλιοστάσια που είχαν διάρκεια όσο μια ανάσα
γιασεμιά που δεν μύρισαν γιατί η δυσωδία του χρήματος ήταν πιο δυνατή
άνθρωποι γυμνοί,ντυμένοι χαρτονομίσματα σ´ενα κυνήγι ΑΤΜ
μπίρες ξαναζεσταμένες και για μεζέ αναμασημένες υποσχέσεις
ψυχή που ξεπήδησε έξω απ´το μαγιό και πουλήθηκε φτηνά στο γεροδιάολο
σ´ένα κακοστημένο θερινό σινεμά/καθρέφτη να πρόβαλει
τον προμελετημένο θάνατό μας και εμείς ανήμποροι
σε μια σεζ-λονγκ να απολαμβάνουμε ανεύθυνα
παθητικά σε εμβρυακή στάση το χάος
που ξεπροβάλει εκεί που τελειώνει η θάλασσα και τα μεγάλα λόγια.

(maria*excontes | μερος β΄)

[πνίξου ή κολύμπα || του ΝΑΙροχύτη ο διχασμός]

image

δεξιά-αριστερή γούρνα
ζεστό-κρύο νερό
πλυμένα-άπλυτα
λίπη-άλατα
βρεγμένα-στεγνά
νοικοκυρά-δούλα

και στο ξεχώρισμα των επιμέρους, όλα αυτα που ρίξαμε με κόστος & οσα μας βούλωναν τις σωληνώσεις του μυαλού τόσο καιρό και τα πετάξαμε για να χαθούν στο άπειρο της αποχέτευσης, παλινδρόμησαν τώρα μες τα σιφώνια και ξαναγύρισαν φωνάζοντας ναι..

*αντιστάσου..άνοιξε απότομα τη βρύση και ασε να τρέξει ΟΧΙ, οι ντροπές δεν ξεπλένονται με νερό

(δε φημιζεται για τα φρενα της. μετωπικη excontes με νεροχυτη οπως η επικαιροτητα)

*ο νερΟΧΙτης Κατερινας Σ.

Ο δικός μου νεροχύτης,επιλογή κάποιου άλλου που καλούμαι να την ακολουθήσω,

είναι μικρός, στριμωγμένος κάτω απο ένα μικρό παράθυρο για να αναπνέει λιγάκι…

Στοιβάζει ξέχωρα τα καθαρά απο τα βρώμικα, τα θέλω απο τα πρέπει, τα όχι απο τα ναι.

Του πετάω μέσα όλη την βρώμικη καθημερινότητά μου αλλά αυτός δεν τη δέχεται!

«Όχι κοριτσάκι μου», μου λέει.

«Αυτά να τα βάλεις στο αυτόματο να πλυθούν. Δεν θα με λερώνεις με τη μίζερη καθημερινότητά σου».

«Εγώ θέλω καμένα λίπη, σύρμα και ξύδι. Και τα χέρια σου γυμνά όχι γάντια και μαλακίες».

«Και στο κάτω κάτω, τι είναι; μια κατσαρόλα. Σιγά το πρόβλημα»!

Αλλά το «πρόβλημα» είναι μεγαλύτερο απο το νεροχύτη μου και τα απόνερα πετάγονται παντού και με πνίγουν.

Βυθίζομαι μια στο πρόβλημα και μια στον νεροχύτη μέχρι να μην μπορώ πια να τα ξεχωρίσω….

Εξ’άλλου απο το ίδιο υλικό είναι φτιαγμένα…

Και σαν τελειώσω τα κοιτάω και σκέφτομαι το «φτού κι απ την αρχή» μα δεν πτοούμαι!

Όχι γιατί η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά αλλά γιατί η άλλη μισή κρύβεται στα σιφόνια του νερΟΧΙτη μου.

*ο νεροχυτης φιλοξενει τις σκεψεις της Κατερινας Σ.