*τα μεσα εξω τα πανω κατω*

κι αν τον αναποδογυριζα; αν μπορουσα;
θα επεφταν:
ξυραφια απο συρταρια με πριονιδι που εχωσα τα χερια μου ψαχνοντας την περιεργεια μου
παιδικη αφελεια πλεγμενη με ξανθη μπουκλα
τρεχαλητο φοβου σχολειου βραδυ χειμωνα
σκαλες κουτρουβαλώντας τες αναποδα κρατωντας ψωμι με μαρμελαδα
ενας παππους
αρμαθια κλειδια
υγρα χιλιομετρα
παντα τελευταια
αναζητωντας ασφαλεια ενα δαχτυλο μασημενο
σελοτέιπ
ενας ακαλυπτος για σπιτι
ενα πουκαμισο ροκαμπιλενιο χρωματος πουθενατζι
ενα εφφε απο τα βιζουαλ τα καλα
βαμμενα κοκκινα μαλλια
οδοιπορικο φορωντας πυζαμες με τη σ.
αμοργος
ενα κ. και ατελειωτες ωρες παραλυσης
μια λολα τα καιει ολα βαζει παντου φωτια χειλια σαν φλογοβολα
ενας πριγκηπας απο π.
ενα ε και ενα υ ισον ευαλωτη στο γελιο τους στο κλαμα τους
μια ‘παρρησια’ το παραθυρο μου στην αναγκη μου να ουρλιαξω τις λεξεις μου
μια μανα που εγινα η μανα της
όλα τα παραπανω σε στερεα μορφη ανακατεμενα με υγρα ψυχαναγκασμου υπομονης επιμονης λατρειας φευγιου σιωπης στιγμες και λεξεις που δεν εχουν ειπωθει σχηματιστει ακομη γιατι ο φοβος μπαστακωθηκε στο διαστιχο και εμποδιζει.

Το νεροχυτερας {μου}

ουτε κοριαν ή ινοξ , λευκος μαρμαρενιος ανθεκτικος του μιλω και δεν ανθιζει οπως ο σπορος φυτεμενος στο χωμα ετοιμος να γεννηθει πολυχρωμος, τον ποτιζω με υδροχλωρικο οξυ ξυδι αμμωνια σοδα για να τον πονεσω οπως πονουν οι αμετρητες ωρες χαϊδευοντας τον με τα σφουγγαρια χερια μου για να ανθισει με ρωγμες μαυρες χαρακιες ρυτιδες συνορα ορια και ετσι γοητευτικος που απλωνεται θελω να με ρουφηξει να με καταπιει ολοκληρη να με συντριψει να με ξεβρασει αλλα ποτε δε μου κανει τη χαρη με θελει δουλικο να τον υπηρετω να τον σαπουνιζω να χωραω στις πτυχωσεις του να διαβαζει καθε εκατοστο του μυαλου μου να μου θυμιζει τη μανα μου και τα αιματα στα χερια της που κοβοταν καθε φορα που καθαριζε λαχανικα και ελεγε παντα ‘’κατα λαθος’’ και ανακουφιζοταν με το οινοπνευμα το μπλε που πολύ αργοτερα καταλαβα γιατι.